I don't know if the following text of F.Kyritsis is too extreme or not but it is also an interesting read concerning Epirus and its medieval inhabitants:
Η Ήπειρος, λοιπόν, είναι γνωστό ότι γνώρισε μια πρωτοφανή εξόντωση του αρχαιοελληνικού πληθυσμού της, όταν κατακτήθηκε το 176 π.Χ. από τους Ρωμαίους με επικεφαλής τον Αιμίλιο Παύλο. Ο Αιμίλιος Παύλος μετά από διαταγή της ρωμαϊκής συγκλήτου κατέστρεψε 70 οικισμούς και εξανδραπόδισε συνολικά 150.000 κατοίκους από την Μολλοσίδα (νομός Ιωαννίνων), την Κασωπία (νομός Άρτας και Πρέβεζας και ένα μέρος της Θεσπρωτίας). Αυτός ο εξανδραποδισμός είχε σαν συνέπεια την ερήμωση όλης αυτής της περιοχής, την οποία περιγράφει ο Στράβωνας, που επισκέφθηκε αυτήν την περιοχή εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα (25 π.Χ.). Αυτό είχε σαν συνέπεια, όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος αποφάσισε να ιδρύσει μια πόλη για να θυμίζει την νίκη του κατά την ναυμαχία του Άκτιου, να φέρει στην καινούργια πόλη υπηκόους του από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας του.
Ανάμεσα στο 583 μ.Χ. και το 610 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο πολυάριθμοι Σλάβοι, οι Βαγιωνήτες Σλάβοι, για τους οποίους υπάρχουν λίγες πληροφορίες στην βιβλιογραφία, μια που οι Βυζαντινοί συγγραφείς δεν ενδιαφερόντουσαν πλέον για μια περιοχή της αυτοκρατορίας, όπου η Κωνσταντινούπολη είχε χάσει τον έλεγχο.
Για την κάθοδο των Σλάβων μιλάει ο Ευάγριος και ο Προκόπιος, ο οποίος αναφέρει ότι η εμφάνισή τους στην Βαλκανική χερσόνησο δεν ήταν καθόλου ειρηνική, όπως διδάσκουν τα ελληνικά σχολικά βιβλία για να κρύψουν την εξόντωση από τους Σλάβους των τελευταίων υπολειμμάτων του αρχαιοελληνικού πληθυσμού, ο οποίος είχε ξεφύγει από το μαχαίρι ή τον εξανδραποδισμό των Ρωμαίων.
Μετά την κάθοδο των Σλάβων η κυριαρχία του Βυζαντίου περιορίστηκε σε παραλιακές οχυρές πόλεις, οι οποίες ζούσαν από την βιοτεχνία και το εμπόριο και εισήγαγαν τα μέσα επιβίωσής τους από θάλασσα, μια που οι Σλάβοι δεν είχαν στόλο για να εμποδίσουν τον ανεφοδιασμό τους, ούτε πολιορκητικές μηχανές για να τις εκπορθήσουν. Έτσι γύρω στο 690 μ.Χ. ο Ιουστινιανός ο Β΄ μετέφερε ένα τμήμα από τους 12.000 Μαρδαϊτες του Λιβάνου στην Νικόπολη.
Επίσης, το 930 μ.Χ. στην περιοχή της Νικόπολης εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι με επικεφαλής το γιο του τσάρου Συμεών (893
-927) μετά την ανεπιτυχή επανάστασή του ενάντια στον αδελφό του Πετάρ. Τόσο οι Μαρδαϊτες όσο και οι Βούλγαροι της Νικόπολης εξαφανίστηκαν, γεγονός που σημαίνει ότι εξελληνίστηκαν, όπως και οι Σλάβοι.
Από τους Σλάβους που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο από τα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα, η μεγαλύτερη μάζα πρέπει να εγκαταστάθηκε στο νομό Ιωαννίνων, όπου ο Vasmer to 1942 διαπίστωσε την ύπαρξη 334 σλαβικών τοπωνυμιών σε σύνολο 412 σλαβικών τοπωνυμιών ολόκληρης της Ηπείρου. Τα υπολειπόμενα 78 σλαβικά τοπωνύμια βρέθηκαν στους νομούς Άρτας και Πρέβεζας. Με βάση αυτά τα ευρήματα διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο τμήμα των ελληνόφωνων κατοίκων της Ηπείρου είναι εξελληνισμένοι Σλάβοι. Οι Σλάβοι αυτοί, την εποχή που ήλθαν στην Ήπειρο οι Αλβανοί πιθανώς μιλούσαν ελληνικά αλλά διατήρησαν τα σλαβικά τοπωνύμια, όπου αυτά δεν αντικαταστάθηκαν από τα αλβανικά, μέχρι την εποχή του φασίστα δικτάτορα Μεταξά που επέβαλε την αλλαγή τους σε ελληνικά.
Συμπαγείς αλβανικοί πληθυσμοί άρχισαν εγκαθίστανται στην Ήπειρο από το 1318 κι έπειτα. Οι πρώτοι ήταν ένα μέρος από τους 12.000 Μπούηδες, Μαλακασαίους και Μεσσαρίτες, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί βίαια στην Θεσσαλία, στην περιοχή της Καρδίτσας. Οι Αλβανοί αυτοί εγκαταστάθηκαν στην Αιτωλοακαρνανία και στην περιοχή της Πρέβεζας. Είναι γνωστοί σαν Καραγκούνηδες και η Πρέβεζα είναι λέξη αλβανική και σημαίνει σταυροδρόμι.
Ένα μεγάλο κύμα Αλβανών εμφανίστηκαν στην Ήπειρο από το 1348 κι έπειτα σαν μισθοφόροι του Σέρβου βασιλιά Στέφανου Ντουσάν, ο οποίος τους χρησιμοποιούσε στους πολέμους του κατά των Βυζαντινών.
Μετά τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι Σέρβοι επέτρεψαν στους Αλβανούς, σαν ανταμοιβή των υπηρεσιών τους, να εγκατασταθούν με τις οικογένειές τους τόσο στην Αιτωλοακαρνανία όσο και στην Αμβρακία της Ηπείρου, περιοχή που περιλαμβάνει τους σημερινούς νομούς Άρτας και Πρέβεζας.
Η μαζική άφιξη αλβανικού πληθυσμού στις παραπάνω περιοχές προκάλεσε, κατά τον Βακαλόπουλο, την πλήρη εξαφάνιση του ελληνόφωνου πληθυσμού, ο οποίος κατέφυγε στις παραλιακές πόλεις και πιθανώς στα Επτάνησα. Σαν παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η Πάργα, η οποία μέχρι τον 18ο αιώνα ήταν η μόνη παραλιακή πόλη της Αμβρακίας και της Θεσπρωτίας όπου μιλιόταν η ελληνική γλώσσα. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται και από τον βυζαντινό ιστορικό Χαλκοκονδύλη, ο οποίος το 1418 γράφει πως στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και της Αμβρακίας (δηλ. της Άρτας και της Πρέβεζας) Έλληνες κατοικούσαν μόνο στα παράλια χωριά, οι δε κάτοικοι της επαρχίας ήταν βάρβαροι τόσο τώρα όσο και παλαιότερα.
Ένα μέρος, όμως των Αλβανών αναγκάστηκαν να εκπατριστούν, και συγκεκριμένα το σόι των Λιάπηδων και το σόι των Μπούηδων, όταν το 1418 ο δούκας της Κεφαλλονιάς Τόκκος (ιταλικής καταγωγής) κατέλαβε όλη την Ήπειρο και την Αιτωλία. Οι Αλβανοί της Ακαρνανίας παρέμειναν στην περιοχή του κάτω Αχελώου και στη Ναύπακτο, την οποία παρέδωσε το 1407 στους Ενετούς ο Παύλος Μπούας Σπάτας, με ανταμοιβή ισόβια προσωπική σύνταξη και με 10.000 Μπούηδες κατέφυγε στην Πελοπόννησο (Μοριά). Οι ορεινοί Αλβανοί Καραγκούνηδες της Ακαρνανίας παρέμειναν στην περιοχή τους, όπου κατοικούν μέχρι και σήμερα.
Ο πληθυσμός του νομού Θεσπρωτίας αποτελούνταν σε ποσοστό 80% περίπου από Τσάμηδες Αλβανούς, στους οποίους οφείλει η περιοχή το όνομα Τσαμουριά.
Οι Αλβανοί της Θεσπρωτίας ήταν δίγλωσσοι μέχρι σχετικά πρόσφατα και μιλούσαν ελληνικά μόνο στους δημόσιους χώρους, ενώ στα σπίτια μιλιόταν αποκλειστικά η αλβανική γλώσσα. Όπως μας πληροφορεί ο Hammond πριν το 1939 η κυρίως ομιλούμενη γλώσσα στους Φιλιάτες και την Παραμυθιά
ήταν η αλβανική.
Από τους χριστιανούς Αλβανούς της Θεσπρωτίας το μεγαλύτερο τμήμα αφομοιώθηκε στην ελληνική κουλτούρα, με κλασσικό παράδειγμα τους Σουλιώτες, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην λεγόμενη ελληνική επανάσταση του 1821.
Επίσης στην Βόρειο Ήπειρο, ήδη από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας υπήρχαν συμπαγείς πληθυσμοί Βλάχων με κέντρο την Μοσχόπολη που ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη πολιτισμικά. Αλλά και στην Πίνδο υπήρχαν συμπαγείς βλάχικοι πληθυσμοί.
Σλάβοι, Βλάχοι και Αλβανοί, εξελληνίστηκαν από γλωσσική άποψη, άλλοι νωρίτερα και άλλοι αργότερα, λόγω της κυριαρχίας σε αυτούς πρώτα της Βυζαντινής και κατόπιν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από τις οποίες η μεν πρώτη χρησιμοποίησε την ορθόδοξη εκκλησία για να αφομοιώσει πολιτιστικά τους μη ελληνόφωνους κατοίκους της, ενώ η δεύτερη στα πλαίσια της θεσμικής αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων που αναγνώριζε, άφησε τους εκχριστιανισμένους Σλάβους, Βλάχους και Αλβανούς στην πολιτιστική κυριαρχία της ίδιας εκκλησίας. Η γλώσσα της ορθόδοξης εκκλησίας ήταν, ως γνωστόν, η λεγόμενη κοινή ελληνική. Αυτή ήταν και η μόνη γραφόμενη από Σλάβους, Βλάχους και Αλβανούς γλώσσα, γιατί μέχρι τον εξελληνισμό τους στις αρχές του 9ου αιώνα οι Σλάβοι δεν είχαν γραπτή γλώσσα, όπως δεν είχαν οι Βλάχοι και οι Αλβανοί μέχρι το τέλος 19ου αιώνα. Επίσης, η ελληνική γλώσσα, ήδη από την εποχή των κατακτήσεων του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, είχε εξελιχτεί σε γλώσσα του εμπορίου. Και το εμπόριο άνθισε ιδιαίτερα στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω της έκτασής της, που έδινε στους εμπόρους την δυνατότητα να πραγματοποιούν συναλλαγές σε όλη την ανατολική μεσόγειο και την βόρεια Αφρική, χωρίς να πληρώνουν τους τελωνειακούς δεσμούς που επιβάλλει η ύπαρξη συνόρων.
Την ολοκλήρωση του εξελληνισμού των χριστιανών Βλάχων και Αλβανών της Ηπείρου, ήρθαν να ολοκληρώσουν τα ελληνικά σχολεία που εμφανίστηκαν κατά εκατοντάδες στην Ήπειρο, προτού ακόμα αυτή κατακτηθεί από το ελληνικό κράτος, το 1912. Ήδη από το 1876 σε ολόκληρη την νότια Αλβανία υπήρχαν 243 σχολεία, από τα οποία τα 163 χρησιμοποιούσαν το ελληνικό αλφάβητο και μόνο τα 80 το τουρκικό. Προφανώς στα τουρκικά σχολεία πήγαιναν μόνο τα παιδιά των μουσουλμάνων.